familylife.gr
«Μύθοι και αλήθειες» για τα αναψυκτικά

diatrofi-anapsyktika«Αναψυκτικά και παιδιά»: μια σχέση αγάπης και μίσους, εφόσον τα παιδιά ζητάνε συχνά το αγαπημένο τους αναψυκτικό, ενώ οι γονείς βρίσκονται σε έναν συνεχή αγώνα απαγορεύσεων και τα «κυνηγούν» για να μην το καταναλώνουν.

Ο λόγος είναι πάντα σαφής για τους γονείς, αφού αποτελεί αξίωμα γι’ αυτούς ότι «είναι κακά» και ότι «δεν πρέπει να τα πίνουμε». Από την άλλη, τα παιδιά τα αποζητούν γιατί «είναι ωραία» και γιατί «τα πίνουν όλοι και κυρίως στα πάρτι». Τελικά, ποια είναι η αλήθεια; Τα αναψυκτικά παχαίνουν, χαλάνε τα δόντια, δεν μας αφήνουν να κοιμηθούμε ή να μεγαλώσουμε; Και γιατί οι μεγάλοι μπορούν να τα πίνουν, ενώ τα παιδιά όχι;

 

Του δρ Γρηγόρη Ρίσβα, διαιτολόγου-διατροφολόγου, γενικού διευθυντή nutrimed

Τα αναψυκτικά σχετίζονται με την αύξηση της παιδικής παχυσαρκίας;

Σύμφωνα με μελέτες που έχουν πραγματοποιηθεί στο εξωτερικό, η κατανάλωση αναψυκτικών με ζάχαρη -και όχι light αναψυκτικών- αυξάνει το σωματικό βάρος. Μάλιστα, έχει αναφερθεί αύξηση της πιθανότητας κατά 60% να γίνει ένα παιδί παχύσαρκο. Ωστόσο, περαιτέρω ανάλυση των στοιχείων έδειξε ότι μόνο το 5% αυτής της αύξησης μπορεί να αποδοθεί στα ζαχαρούχα ποτά, και αυτό χωρίς να διαπιστώνεται σαφής σχέση αιτίας-αποτελέσματος. Όποτε τι γίνεται; Μήπως πίνοντας περισσότερα αναψυκτικά μειώνεται η κατανάλωση γαλακτοκομικών, ή επειδή τα παιδιά λαμβάνουν τόση ζάχαρη σε υγρή μορφή παίρνουν την επιπλέον ενέργεια χωρίς να χορταίνουν, οπότε εξακολουθούν να τρώνε και έτσι, τελικά, παχαίνουν; Είναι αυτός ο λόγος που αυξάνονται τα ποσοστά υπερβάλλοντος βάρους διεθνώς και στη χώρα μας, ή μήπως αυτό οφείλεται στη μείωση της σωματικής δραστηριότητας και στην αύξηση της καθιστικής ζωής μπροστά στην τηλεόραση, τον υπολογιστή ή σ’ ένα γραφείο γεμάτο βιβλία;

Λεπτομερείς μελέτες των διατροφικών συνηθειών μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι φταίει κυρίως το δεύτερο, δηλαδή η έλλειψη σωματικής δραστηριότητας, παρά οι σύγχρονες διατροφικές συνήθειες, οι οποίες περιλαμβάνουν και τη συχνή κατανάλωση αναψυκτικών με ζάχαρη. Από την άλλη, διάφορες έρευνες δείχνουν ότι τα αποτελεσματικότερα μέτρα κατά της παχυσαρκίας είναι η συμμετοχή σε τακτική σωματική δραστηριότητα και η μείωση των ωρών τηλεθέασης, ενώ το λιγότερο αποτελεσματικό μέτρο είναι η μείωση της κατανάλωσης αναψυκτικών. Εξάλλου, πάντοτε υπάρχει και η λύση των light αναψυκτικών, των οποίων η ασφάλεια έχει διαπιστωθεί σε πολλές μελέτες (όλοι οι διεθνείς οργανισμοί αναγνωρίζουν ότι δεν υφίσταται θέμα επικινδυνότητας σε σχέση με τη φυσιολογική κατανάλωσή τους). Ακόμη, όμως, και αν η απαγόρευση των αναψυκτικών δεν επιβάλλεται για να μην παχύνουν τα παιδιά μας, μήπως επιβάλλεται για να μπορούν να αναπτυχθούν;

«Tα αναψυκτικά περιορίζουν την απορρόφηση ασβεστίου;»

Καταρχήν, όλοι γνωρίζουμε ότι τα αναψυκτικά περιέχουν φωσφορικό οξύ, το οποίο περιορίζει την απορρόφηση ασβεστίου και, κατά συνέπεια, «συνεισφέρει» στο να μην έχουν τα παιδιά γερό σκελετό. Είναι όμως έτσι; Αν σκεφτούμε ότι η πρόσληψη αναψυκτικών αυξάνει την απώλεια ασβεστίου στα ούρα, αλλά ότι αυτή η απώλεια ισοσκελίζεται με μειωμένη απώλεια ασβεστίου αργότερα εντός της ίδιας ημέρας, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η επίδραση είναι μηδαμινή. Εντούτοις, τα παιδιά που καταναλώνουν περισσότερα αναψυκτικά παρουσιάζουν μειωμένη πρόσληψη γαλακτοκομικών. Μήπως, όμως, οι γονείς αυτών των παιδιών δεν προσλαμβάνουν αρκετά γαλακτοκομικά; Κι αν είναι έτσι, μήπως ο στόχος πρέπει να είναι η αύξηση της πρόσληψης ασβεστίου από όλη την οικογένεια και όχι η απαγόρευση των αναψυκτικών; Εξάλλου, ας μην ξεχνάμε ότι αυτό που απαγορεύεται γίνεται συνήθως πιο ποθητό και ότι αν τα αναψυκτικά ήταν κάτι κακό, γιατί επιτρέπεται να τα πίνουμε σ’ ένα πάρτι ή σ’ ένα οικογενειακό τραπέζι;

Η διατροφή μας και τα τρόφιμα που επιλέγουμε είναι αποτέλεσμα μιας περίπλοκης διαδικασίας. Αν οι γονείς δεν παρέμβουν στοχευμένα και στα σημεία που πραγματικά χρειάζεται, δεν πρόκειται να έχουν σημαντική επίδραση στο διαιτολόγιο των παιδιών τους και στις συνήθειες που αναπτύσσουν και επηρεάζουν την υγεία τους. Ας δούμε, όμως, και τις υπόλοιπες κατηγορίες ενάντια στα αναψυκτικά, γιατί σύμφωνα με τα παραπάνω θα μπορούσαν απλά να είναι ένα αναγκαίο κακό, αλλά πάντως κακό σε κάθε περίπτωση. Έως τώρα μπορεί να μην έχει φανεί ότι είναι απαραιτήτως κακά, αλλά «μηδένα προ του τέλους μακάριζε».

«Tα αναψυκτικά περιέχουν οξέα και ζάχαρη, τα οποία καταστρέφουν τα δόντια. Είναι αλήθεια;»

Αυτήν τη φράση θα την ακούσετε συχνά από τον παιδίατρο και τον οδοντίατρο, οι οποίοι δεν έχουν άδικο. Αλλά μήπως την ίδια περιεκτικότητα δεν έχουν και οι χυμοί; Μήπως κι αυτοί πρέπει να απαγορευτούν; Η απάντηση μπορεί να είναι αβίαστα «ναι, ας τρώνε τα παιδιά φρούτα», αλλά δυστυχώς όταν φτάνουμε στο σημείο να εφαρμόσουμε αυτή την οδηγία, αρχίζουν τα δύσκολα. Αυτή είναι η διαφορά του διαιτολόγου από τους άλλους επιστήμονες υγείας: ο διαιτολόγος βρίσκει τρόπους για να εφαρμόσει μια διαιτητική οδηγία, δεν την διατυπώνει απλά. Στη διαδικασία της υλοποίησης απαιτείται ευρηματικότητα και σωστή καθοδήγηση προς τους γονείς. Χρειάζεται, επίσης, να ακριβολογούμε. Διότι τα οξέα και η ζάχαρη διαβρώνουν τα δόντια όσο βρίσκονται σε επαφή με αυτά. Άρα όταν προσλαμβάνονται με τη μορφή υγρού έχουν τη μικρότερη δυνατή αρνητική επίδραση, εκτός κι αν ένα παιδί τα χρησιμοποιεί για… γαργάρες.

Τελικά, μάλλον είναι σημαντικότερο να αναφέρει ο γιατρός ότι πρέπει να υπάρχει καλή στοματική υγιεινή και τακτική φροντίδα των δοντιών, και ο διαιτολόγος θα φροντίσει ώστε η περιεκτικότητα σε ζάχαρη στη δίαιτα να είναι η ενδεδειγμένη όσον αφορά τη γενικότερη υγεία του παιδιού, αλλά και την έμφυτη αναζήτηση της γλυκύτητας, η οποία υφίσταται σε όλους τους ανθρώπους από τη στιγμή που γεννιούνται.

«Τελικά, όμως, δεν γίνεται όλοι να πιστεύουν ότι τα αναψυκτικά είναι κακά και να μην είναι! Κάτι θα υπάρχει που δεν το έχουμε σκεφτεί. Δεν είναι γεμάτα συντηρητικά; Δεν προκαλούν εθισμό και δεν επηρεάζουν τη συμπεριφορά των παιδιών;»

Καταρχήν, να ξεκαθαρίσουμε ότι δεν υπάρχουν καλά και κακά τρόφιμα, υπάρχει μόνο καλή και κακή διατροφή. Εφόσον κάποιο τρόφιμο είναι βρώσιμο ή ένα ποτό πόσιμο, άρα δεν αποτελεί δηλητήριο και δεν προκαλεί άμεσα ή έμμεσα βλάβη σε οποιαδήποτε ποσότητα ή συχνότητα και αν καταναλώνεται, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί κακό ή απαγορευτικό. Όλα, λοιπόν, εξαρτώνται από τις συνήθειες κατανάλωσής του. Από την άλλη, πόσοι γνωρίζουν ότι το γνωστότερο καφεϊνούχο αναψυκτικό δεν περιέχει συντηρητικά, για τον πολύ απλό λόγο ότι δεν τα χρειάζεται; Αλλά αυτό είναι ένα άλλο θέμα που πρέπει να το δούμε κάποια άλλη φορά. Όσον αφορά τα υπόλοιπα αναψυκτικά, δεν φαίνεται ότι η ζάχαρη ή η καφεΐνη που περιέχουν κάποια από αυτά προκαλούν εθισμό ή υπερκινητικότητα και διαταραχές του ύπνου όταν καταναλώνονται σε φυσιολογικές ποσότητες.

Εάν κάποιος γονέας επιτρέπει στο παιδί του να αντικαταστήσει το νερό με αναψυκτικό ή χυμό ή τσάι ή καφέ, ή ακόμη και με γάλα, τότε προφανώς θα δημιουργηθούν προβλήματα υγείας. Όταν, όμως, υπάρχει μέτρο στην κατανάλωση οποιουδήποτε τροφίμου ή ποτού δεν υπάρχει πρόβλημα. Και όχι ότι τα αναψυκτικά δεν είναι καλό και θρεπτικό τρόφιμο, για την ακρίβεια δεν έχουν καμία θρεπτική αξία, εκτός του νερού που περιέχουν και συνεισφέρει στην ενυδάτωση του παιδιού.

Αλλά μήπως ό,τι τρώμε έχει θετική επίδραση στην υγεία μας; Και αν σας έλεγα να μην ξανακαταναλώσετε, όπως και τα παιδιά σας, τηγανητές πατάτες, παϊδάκια, σουβλάκια, αλκοολούχα ποτά, εκτός από κρασί και λίγη μπίρα, και να μειώσετε τις ώρες δουλειάς σας για να ασκήστε τακτικά, θα ακολουθούσατε τις οδηγίες μου; Η επιστήμη της διαιτολογίας αποτελεί την τέχνη του εφικτού και, κατά συνέπεια, δεν θα μπορούσα ποτέ να γίνω αντιδεοντολογικός.

 

Διαβάστε επίσης...


Διαφήμιση