familylife.gr
"Αν δεν θηλάσω… είμαι κακή μητέρα;"

thilasmos manaΤα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια  αύξηση των συζητήσεων που υποστηρίζουν τη συγκριτική αξία του θηλασμού.

Της Κέλλης Σπυριδάκη MSc, Ψυχολόγου-Παιδοψυχολόγου, www.kellyspyridaki.gr

Ενδεχομένως, όμως να παραγνωρίζεται η κοινωνική πίεση και οι συνεπακόλουθες ενοχές των νέων μητέρων που δεν μπορούν ή επιλέγουν να μη θηλάσουν.

Μη ρεαλιστικές προσδοκίες...
Φαίνεται να υπάρχει μια τάση εξιδανίκευσης του θηλασμού αλλά και συνολικά της εμπειρίας της μητρότητας. Έτσι, πολλές γυναίκες φαντάζονται το θηλασμό σαν μια εύκολη και φυσική διαδικασία που εξαρτάται αποκλειστικά από τη δική τους θέληση.

Αν επιπλέον δεν έχει τύχει να συναναστραφούν κάποια άλλη μητέρα που θηλάζει είναι αρκετά πιθανό οι προσδοκίες τους να διαψευστούν αν αποδειχτεί ότι ο θηλασμός δεν είναι μια τόσο φυσική και αβίαστη διαδικασία, ιδίως αν πρόκειται για το πρώτο τους παιδί.

Μπροστά στις αρχικές δυσκολίες συντονισμού του ζεύγους βρέφος-μητέρα και εξαιτίας του άγχους, για το αν το μωρό τρέφεται επαρκώς αρκετές μητέρες επιλέγουν τη διατροφή με βρεφικό γάλα.

Το δικαίωμα της προσωπικής επιλογής...
Από την άλλη, ορισμένες μητέρες επιλέγουν εξαρχής να μη θηλάσουν καθώς δυσκολεύονται με την ίδια τη διαδικασία του θηλασμού. Ας μην ξεχνάμε, ότι ο θηλασμός αφορά άμεσα πέρα από τη σχέση μητέρας- βρέφους τη σχέση της μητέρας με το σώμα της και τη σεξουαλικότητα της.

Ταυτόχρονα, ο αποκλειστικός θηλασμός δημιουργεί μια μεγάλη δέσμευση για τη μητέρα, καθώς κανείς δεν μπορεί να την υποκαταστήσει στη διατροφή του παιδιού και απαιτεί αρκετή προσπάθεια για να διατηρηθεί, αν η μητέρα χρειάζεται να επιστρέψει άμεσα στην εργασία της.

Συναισθήματα ενοχής...
Οι γυναίκες που δε θηλάζουν συχνά ενοχοποιούνται και νιώθουν ότι δεν είναι αρκετά καλές μητέρες. Μπορεί να σκέφτονται ότι δεν δίνουν ότι καλύτερο θα μπορούσαν στο μωρό τους, ακόμη και ότι υπονομεύουν την υγεία του, αφού δεν του παρέχουν τα αντισώματα που ενυπάρχουν στο γάλα τους.

Ακόμη, αν ήθελαν να θηλάσουν αλλά δεν τα κατάφεραν μπορεί να χρεώνουν αυτή την αποτυχία στον εαυτό τους, αμφιβάλλοντας εν τέλει για την ικανότητα τους να μεγαλώσουν αυτό το παιδί
.
Τα οφέλη του θηλασμού ασφαλώς είναι γνωστά και αφορούν τόσο το σωματικό-βιολογικό επίπεδο (πχ. αυξημένη θρεπτική αξία του γάλακτος και πρόληψη ασθενειών στο παιδί αλλά και τη μητέρα) όσο και το ψυχικό (σχέση μητέρας- βρέφους) αλλά ακόμα και την οικονομική-οργανωτική διάσταση (πχ. περιορισμός εξόδων για αγορά γάλακτος και ειδικού εξοπλισμού, ευκολότερη μετακίνηση με το μωρό).

Ξεχνάμε όμως μερικές φορές ότι η σημαντικότερη διάσταση για την ομαλή ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη του βρέφους είναι η ποιότητα της σχέσης με τη μητέρα.

Η διατροφή του μωρού: μια συναισθηματικά πλούσια εμπειρία...

Η διατροφή του βρέφους λοιπόν, είναι μια σαφώς πλουσιότερη εμπειρία από τη μηχανική εκπλήρωση μιας σωματικής λειτουργίας τόσο για το βρέφος όσο και για την ίδια τη μητέρα.

Ας φανταστούμε ένα μικρό μωρό: δεν μπορεί ακόμη να ελέγξει τις κινήσεις του, δεν μπορεί να μιλήσει, η όραση του είναι πολύ περιορισμένη. Περνάει τις περισσότερες ώρες της μέρας αποκοιμισμένο ή τρώγοντας.

Καταλαβαίνουμε λοιπόν, ότι μέσα από τη διαδικασία της διατροφής το μωρό αρχίζει να γνωρίζεται με τη μητέρα και να εξερευνά τον κόσμο. Όταν μια μητέρα ταΐζει το μωρό της δεν του προσφέρει μόνο γάλα. Του δίνει επίσης ζεστασιά, αγάπη, φροντίδα.

Το κοιτάζει, του μιλάει, του τραγουδάει, το χαϊδεύει. Προσπαθεί να ταυτιστεί μαζί του για μπορέσει να καταλάβει τι το ενοχλεί και πώς θα καταφέρει να το κάνει να νιώσει πιο άνετα.

Όλα τα παραπάνω αποτελούν αναπόσπαστα στοιχεία της στιγμής της διατροφής που δεν εξαρτώνται από το αν η μητέρα θηλάζει ή δίνει στο μωρό της μπιμπερό.

Αν λοιπόν δεν καταφέρατε να εγκαταστήσετε το θηλασμό με το μωρό σας αυτό σε καμία περίπτωση δε σημαίνει ότι δεν μπορείτε να του εξασφαλίσετε τις απαραίτητες προϋποθέσεις ώστε να εξελιχθεί σε ένα υγιές και ευτυχισμένο παιδί.

Άλλωστε, σε ότι αφορά το οργανικό κομμάτι τα υποκατάστατα γάλατα καλύπτουν απόλυτα τις διατροφικές ανάγκες του βρέφους.

Ας φανταστούμε τώρα μια μητέρα που θηλάζει "αναγκαστικά", είτε επειδή υφίσταται πίεση από τον άντρα της, τη μητέρα της ή την πεθερά της, είτε επειδή γνωρίζει ότι είναι επιστημονικά αποδεδειγμένο ότι το μητρικό γάλα είναι καλύτερο για το μωρό.

Είναι πολύ πιθανό ότι αυτή η μητέρα θα αισθάνεται περισσότερο άγχος ή θυμό παρά ικανοποίηση κατά τη διάρκεια του θηλασμού, εστιάζοντας κυρίως στις δυσκολίες (π.χ. τον πόνο στις θηλές της, τις στιγμές που το μωρό κλαίει ή αποκοιμιέται και άρα δεν πίνει αρκετό γάλα ή η ίδια νιώθει σαν το μωρό να απορρίπτει το γάλα της).

Σε αυτήν την περίπτωση, το βρέφος αντί να νιώθει ζεστασιά και φροντίδα εισπράττει τη νευρικότητα και το άγχος της μητέρας και δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος, όπου και το ίδιο δεν μπορεί να ικανοποιηθεί από το θηλασμό. Η διατάραξη της σχέσης ανάμεσα στο βρέφος και τη μητέρα λοιπόν ακυρώνει τότε τα προτερήματα του θηλασμού και θα ήταν λάθος να ασκηθεί πίεση στη μητέρα να συνεχίσει.

Καταλήγοντας, η επιλογή ανάμεσα στο θηλασμό ή τη διατροφή με βρεφικό γάλα οφείλει να γίνεται ελεύθερα από την ίδια τη μητέρα σε συνάρτηση με τις ανάγκες της αλλά και τις συνθήκες της οικογένειας.

Το σημαντικότερο άλλωστε είναι η στιγμή της διατροφής να είναι μια αμοιβαία ικανοποιητική εμπειρία, τόσο για το βρέφος όσο και για τη μητέρα.

 

Διαβάστε επίσης...


Διαφήμιση