familylife.gr
Εξερευνώντας τον εγκέφαλο του μωρού σας

Του Γιώργου Σαλουφάκου, διευθύνοντος συμβούλου Gymboree Play & Music 

Ο εγκέφαλος ενός μωρού αναπτύσσεται συνεχώς. Τρισεκατομμύρια νευρώνες βρίσκονται σε διαδικασία διασύνδεσης, δημιουργώντας αυτό που ονομάζουμε «νοημοσύνη». Σύμφωνα με νέες επιστημονικές έρευνες, οι εμπειρίες της παιδικής μας ηλικίας συνδέονται με την ανάπτυξη τμήματος του εγκεφάλου που σχετίζεται με τη μουσική, τα μαθηματικά, τη γλώσσα και τα συναισθήματα.

 

Όταν από πολύ μικρή απόσταση το νεογέννητο μωρό σας κοιτάζει μια μεγάλη φωτογραφία με έντονα χρώματα, οι νευρώνες από τα μάτια του στέλνουν ηλεκτρικά σήματα στην περιοχή του εγκεφάλου που σχετίζεται με την όραση.

Όταν αφήνει να πέσει το αντικείμενο που κρατούσε στο χέρι του, και εσείς του το δίνετε χαμογελώντας και μιλώντας του χαμηλόφωνα,  οι νευρώνες από το χέρι του στέλνουν ηλεκτρικά σήματα στην περιοχή του εγκεφάλου που σχετίζεται με την αφή και την κίνηση.

Όταν το κρατάτε στην αγκαλιά σας και του μιλάτε, οι νευρώνες από το αφτί του στέλνουν ηλεκτρικά σήματα στην περιοχή του εγκεφάλου που σχετίζεται με την ακοή.

Ο εγκέφαλος ενός νεογέννητου μωρού αποτελείται από σύμπλεγμα νευρώνων που αναμένουν να συνδεθούν σε ένα δαιδαλώδες πλέγμα που θα αποτελέσει το «μυαλό» του. Οι παιδικές εμπειρίες μας καθορίζουν ποιοι νευρώνες αποτελούν ενεργό μέρος του κυκλώματος, ακριβώς όπως ένας προγραμματιστής με το πληκτρολόγιό του προγραμματίζει τις λειτουργίες ενός υπολογιστή. Το τι θα πληκτρολογήσει ο προγραμματιστής ή, αντίστοιχα, τι εμπειρίες θα έχει το παιδί, καθορίζει αν θα μεγαλώσει και θα είναι ευφυές ή νωθρό, φοβισμένο ή με αυτοπεποίθηση, με σωστή άρθρωση ή δυσλεκτικό. Σύμφωνα με τον Harry Chugani, νευροβιολόγο-παιδίατρο του Κρατικού Πανεπιστημίου Γουέιν, οι εμπειρίες τα πρώτα χρόνια της ζωής μας παίζουν σημαντικό ρόλο στη μετέπειτα εξέλιξή μας.

Γλώσσα

Στον κόσμο του νεογέννητου παιδιού προτού υπάρξουν λέξεις υπάρχουν ήχοι. Όταν ένα παιδί ακούει επανειλημμένα έναν ήχο, οι νευρώνες από το αφτί του δημιουργούν συνδέσεις στην περιοχή του εγκεφάλου που ελέγχει την ακοή. Αυτός ο «ακουστικός χάρτης», εξηγεί η Patricia Kuhl, καθηγήτρια του Κρατικού Πανεπιστημίου της Ουάσιγκτον, αντικατοπτρίζει τη διαφορετικότητα αλλά και την ομοιότητα μεταξύ των ήχων. Έτσι, σε αγγλόφωνα παιδιά, οι νευρώνες που ανταποκρίνονται στο «RA» βρίσκονται μακριά από εκείνους που ανταποκρίνονται στο «LA», και είναι σαφώς διαχωρισμένοι μεταξύ τους. Στα παιδιά που μιλούν την ιαπωνική γλώσσα, οι δύο ήχοι είναι παρόμοιοι, και οι νευρώνες που ανταποκρίνονται στο «RΑ» είναι αλληλένδετοι με αυτούς που ανταποκρίνονται στο «LA»,  με αποτέλεσμα να υπάρχει πρόβλημα ευκρίνειας.

Οι έρευνες αποδεικνύουν αντίστοιχα στοιχεία μεταξύ πολλών γλωσσών. Στην ηλικία των 6 μηνών τα αγγλόφωνα νήπια έχουν ήδη διαφορετικούς ακουστικούς χάρτες (βάσει μετρήσεων της διέγερσης του εγκεφάλου σε ηχητικά σήματα) από τα παιδία στην Σουηδία. Τα παιδιά είναι «λειτουργικά κωφά» σε ήχους που δεν υπάρχουν στη μητρική τους γλώσσα. Ο χάρτης ολοκληρώνεται στους πρώτους 12 μήνες της ζωής τους, με αποτέλεσμα να χάνουν τη δυνατότητα να διαχωρίζουν ήχους που δεν είναι σημαντικοί στη γλώσσα τους. «Ακόμα και η μωρουδίστικη ομιλία τους έχει αποκτήσει ήχους της γλώσσας τους».

Τα παραπάνω συμπεράσματα εξηγούν γιατί ένα μικρό παιδί μπορεί να αφομοιώσει ευκολότερα μια δεύτερη γλώσσα αν ξεκινήσει να την μαθαίνει συγχρόνως με τη μητρική του.

Με τη δημιουργία του βασικού δικτύου σύνδεσης, ένα βρέφος είναι έτοιμο να μετατρέψει ήχους σε λέξεις. Σύμφωνα με την ψυχίατρο Janellen Huttenlocher, καθηγήτρια του Κρατικού Πανεπιστημίου του Σικάγου, όσες περισσότερες λέξεις ακούει ένα παιδί, τόσο πιο γρήγορα μαθαίνει να μιλάει τη γλώσσα του.

Μουσική

Το 1996, ερευνητές από το Πανεπιστήμιο της Κονσταντίας, στη Γερμανία, ανέφεραν ότι η έκθεση στη μουσική μπορεί να επανασυνδέσει μέρος του κυκλώματος του εγκεφάλου.

Με τη βοήθεια της μαγνητικής τομογραφίας στην περιοχή του εγκεφάλου που ελέγχει τις αισθήσεις του πέμπτου δάχτυλου του αριστερού χεριού, διαπιστώθηκε αυξημένη δραστηριότητα σε άτομα που έπαιζαν κιθάρα. Το μέγεθος της δραστηριότητας ήταν στενά συνδεδεμένο όχι με τον καθημερινό χρόνο εξάσκησης, αλλά με την ηλικία που ξεκίνησαν να παίζουν.  Όπως και άλλα κυκλώματα που διαμορφώνονται νωρίς στη ζωή μας, αυτά της μουσικής διαρκούν επί μακρόν. Ο Harry Chugani από το Πανεπιστήμιο Γουέιν είχε να παίξει κιθάρα από μικρό παιδί. Όταν ξεκίνησε μαθήματα πιάνου μαζί με την κόρη του, συνάντησε αρκετές δυσκολίες, ενώ η κόρη του ανταποκρίθηκε εύκολα και γρήγορα. Όταν πρόσφατα ξανάρχισε να παίζει κιθάρα, ανακάλυψε ότι πολλά απ’ όσα είχε μάθει ως παιδί δεν τα είχε ξεχάσει, κάτι αντίστοιχο με τη μυϊκή μνήμη που αποκτήσαμε κάνοντας ποδήλατο.

Μαθηματικά και λογική

Ο Gordon Shaw, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Ιρβάιν, πίστευε ότι όλα τα ανώτερα επίπεδα σκέψης χαρακτηρίζονται από παρόμοια πρότυπα δράσης των νευρώνων:  «Δεν θα διδάξεις στα μικρά παιδιά ανώτερα μαθηματικά ή σκάκι. Μπορούν όμως να επεξεργαστούν μουσικά μηνύματα». Έτσι, ο Shaw και η Frances Rauscher έκαναν μαθήματα πιάνου ή τραγουδιού σε 19 παιδιά προσχολικής ηλικίας. Ύστερα από έρευνα που διήρκεσε οκτώ μήνες, απέδειξαν ότι τα παιδιά βελτίωσαν αισθητά τη χωροταξική τους αντίληψη, ζωγραφίζοντας και αντιγράφοντας πολυπλοκότερα γεωμετρικά σχήματα και επιλύοντας «λαβύρινθους». Παρότι ο τρόπος λειτουργίας της «επίδρασης του Μότσαρτ» δεν είναι ακόμη γνωστός, ο Shaw υποψιάζεται ότι, παράλληλα με τη δραστηριότητα που λαμβάνει χώρα  στον εγκέφαλο από τα ηχητικά μηνύματα της κλασικής μουσικής, αναπτύσσεται και η περιοχή του εγκεφάλου που χρησιμοποιούμε για τα μαθηματικά. «Η μουσική», καταλήγει η ερευνητική ομάδα, «διεγείρει τα έμφυτα πρότυπα του εγκεφάλου και ενισχύει τη δυνατότητα σύνθετης σκέψης».

Συναισθήματα

Οι κεντρικές συνδέσεις του εγκεφάλου που ελέγχουν τα αισθήματα δημιουργούνται πριν από τη γέννησή μας και κατόπιν… αναλαμβάνουν οι γονείς.

Η ψυχίατρος Daniel Stern μιλάει για τη δυνατότητα περιορισμένης παρέμβασης που ισχυροποιεί τα υπάρχοντα συναισθήματα.

Είναι δεδομένο ότι ο εγκέφαλος χρησιμοποιεί τις ίδιες διόδους για να παράγει και για να ανταποκριθεί σε ένα συναίσθημα. Συνεπώς, αν ένα συναίσθημά μας ανταποδοθεί, τα ηλεκτρικά και χημικά σήματα που παράγονται είναι πολύ πιο ισχυρά. Αντιθέτως, αν τα συναισθήματα αυτά αγνοηθούν ή αντιμετωπιστούν αρνητικά, δημιουργείται σύγχυση σημάτων και μηδενική ενίσχυση. Καταλυτικό ρόλο διαδραματίζει η επανάληψη της αντίδρασης στο συγκεκριμένο συναίσθημα. Σε έρευνα της     Daniel Stern, ένα μωρό του οποίου η μητέρα δεν ανταποκρινόταν με την ίδια ένταση στον ενθουσιασμό του, έγινε παθητικό και ανίκανο να αισθανθεί ενθουσιασμό ή χαρά.

Κίνηση

Οι πρώτες εμβρυϊκές κινήσεις αρχίζουν την 7η  εβδομάδα και κορυφώνονται από την 15η έως και 17η  εβδομάδα. Το διάστημα αυτό αρχίζει η ανάπτυξη του εγκεφάλου που ελέγχει την κίνηση. Αυτή η κρίσιμη περίοδος έχει σχετική διάρκεια: απαιτούνται περίπου 2 χρόνια για να αναπτυχτεί ένα λειτουργικό δίκτυο συνδέσεων που ελέγχει την κίνηση και το ανάστημα. H αρχική κίνηση του βρέφους στέλνει σήματα στον εγκέφαλο, με αποτέλεσμα όσο περισσότερο κινεί το χέρι του τόσο ισχυροποιούνται τα σχετικά κυκλώματα και να αυξάνεται η ικανότητα του εγκεφάλου να ελέγχει την κίνηση. Αυτή η περίοδος διαρκεί λίγα χρόνια: ένα μωρό που έχει το πόδι του ακίνητο σε νάρθηκα έως την ηλικία των 4 ετών, θα μάθει τελικά να περπατά, αλλά ποτέ φυσιολογικά.

Ο Ramey και η Frances Campbell, καθηγητές στο Πανεπιστήμιο  της Βόρειας Καρολίνας, ύστερα από πολυετή έρευνα, που περιλάμβανε παιδιά από 120 οικογένειες, ηλικίας από 2 μηνών έως 8 ετών, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ο εγκέφαλος του ανθρώπου διατηρεί την ικανότητα να μαθαίνει σε όλη τη διάρκεια της ζωής του. Η ουσιαστική διαφορά έγκειται στο ότι ο εγκέφαλος των παιδιών που στερήθηκαν «εκπαίδευσης» πριν από το νηπιαγωγείο δεν θα μπορέσει ποτέ να δώσει το μέγιστο των δυνατοτήτων του.

Πρόσφατες έρευνες απέδειξαν ότι το συγκεκριμένο είδος παρέμβασης μπορεί να ωφελήσει τον εγκέφαλο ακόμα και σε μεγαλύτερη ηλικία, ενεργοποιώντας τα ανενεργά κυκλώματά του.

Επιστήμονες, με επικεφαλής την Paula Tallal, καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Rutgers, και τον Michael Merzenich, καθηγητή του Πανεπιστημίου του Σαν Φρανσίσκο, περιέγραψαν μια μελέτη παιδιών με γλωσσικές μαθησιακές δυσκολίες (LLD) - πρόβλημα ανάγνωσης. Η Tallal υποστηρίζει ότι το LLD οφείλεται στην αδυναμία ενός παιδιού να διακρίνει μικρής διάρκειας, «κοφτούς» ήχους, όπως D και B. Σε φυσιολογικές συνθήκες, οι νευρώνες χρειάζονται περίπου 0,015 δευτερόλεπτα μεταξύ των ηχητικών σημάτων για να μπορέσουν ανταποκριθούν σωστά. Σε ένα παιδί με LLD, ο χρόνος αυτός αυξάνεται 5 με 10 φορές. Οι σύντομοι ήχοι, όπως ο Β και ο D, έχουν πολύ μικρή διάρκεια διαχείρισης: 0,04 δευτερόλεπτα. Αδυνατώντας να συνδέσουν τους ήχους με γράμματα, τα παιδιά αναπτύσσουν πρόβλημα ανάγνωσης. Οι επιστήμονες διοχέτευσαν, μέσω υπολογιστή, σε παιδιά από 5 έως 10 ετών ηχητικά μηνύματα (σύμφωνα μικρής διάρκειας) σε αργό ρυθμό και για τρεις ώρες κάθε μέρα. Το αποτέλεσμα: παιδιά με LLD που από 1 έως 3 έτη υστερούσαν όσον αφορά στη γλωσσική ικανότητα, ύστερα από τέσσερις εβδομάδες θεραπείας βελτιώθηκαν έως και δύο έτη, και η βελτίωση αυτή ακόμα διαρκεί. Η «εκπαίδευση» πιστεύει ο Merzenich ότι οδήγησε στην επαναδημιουργία των κυκλωμάτων του εγκεφάλου, με αποτέλεσμα να αποκτήσει τη δυνατότητα να επεξεργάζεται γρηγορότερα τους ήχους. Αυτή η «αποκατάσταση» αποτελεί ανταμοιβή της ανακάλυψης ότι οι εμπειρίες της ζωής μας χαράσσονται ανεξίτηλα στον εγκέφαλό μας. Προς το παρόν, αρκεί να γνωρίζουμε ότι γεννιόμαστε σε έναν κόσμο με άπειρες δυνατότητες. Και αυτό αποτελεί μεγάλη πρόκληση.

 

Διαβάστε επίσης...


Διαφήμιση