familylife.gr
Σκέψεις για τη γυναίκα-μαμά-σύντροφο

gynaika-mamaΗ πρόοδος της βιολογίας απέδειξε ότι οι γυναίκες δεν είναι το «δεύτερο» φύλο, αλλά «ξεχωριστό» φύλο. Τις τελευταίες δεκαετίες, στην Δύση εμφανίστηκαν ραγδαίες διαφοροποιήσεις, οι οποίες επηρέασαν σημαντικά τη θέση των γυναικών.

Δημιουργήθηκε έτσι μια νέα πραγματικότητα, με τη γυναίκα σε ρόλους παραδοσιακούς, καλής νοικοκυράς και καλής μητέρας, αλλά και σε άλλους (συμμετοχή στις διάφορες βαθμίδες της διοικητικής και εξουσιαστικής πυραμίδας).

Της Τζένης Σουμάκη, παιδοψυχιάτρου-ψυχαναλύτριας

Ψυχαναλυτικές σκέψεις για τις γυναίκες

Υπό την πίεση των γεγονότων, το οργανωμένο κίνημα των γυναικών, κατά κύριο λόγο, τοποθετήθηκε αρνητικά απέναντι στον Φρόιντ. Ο τελευταίος, εξάλλου, το 1925 είχε δηλώσει ότι η σεξουαλική ζωή της γυναίκας είναι «μαύρη ήπειρος» για την ψυχολογία, αλλά και στο τέλος της ζωής του κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ανάλυση για τη διαδικασία της ανάπτυξης του κοριτσιού είναι ελάχιστα ικανοποιητική, γεμάτη χάσματα και σκιές… Κατηγορήθηκε τότε η ψυχανάλυση ότι θεωρεί πως οι γυναίκες μπορούν να κατακτήσουν τη θηλυκότητα μόνο ως σύζυγοι και μητέρες. Άλλωστε, έως τότε δικαιολογούσε και επιβράβευε την πατριαρχία.

Η ψυχανάλυση, βέβαια, δεν αποτελεί σύσταση για μια κοινωνία με πατριαρχικές δομές, αλλά την ανάλυση της επίδρασής της στην ψυχική δομή. Διάφορες παρανοήσεις, αλλά και εκλαϊκεύσεις οδήγησαν τις ιδέες του Φρόιντ για τη θηλυκότητα μακράν του αληθινού τους περιεχομένου, όπως, για παράδειγμα, ο «φθόνος του πέους». Κι αν ο «φθόνος του πέους» συμμετέχει στη διαμόρφωση της γυναικείας προσωπικότητας και ψυχολογίας, αυτό συμβαίνει όχι γιατί υπάρχει τάχα κάποια ανωτερότητα του ανατομικού οργάνου, αλλά λόγω της σημασίας που αποδόθηκε από την κοινωνία σε αυτό και στην «αρσενικότητα», γενικότερα, σε συμβολικό επίπεδο, στο μεγαλύτερο μέρος της έως σήμερα διαδρομής της.

Τι θέλει η σημερινή γυναίκα;

Σήμερα, οι νεότερες ψυχαναλύτριες συζητούν νέους απόψεις για τη θηλυκότητα, τη θέση της γυναίκας, τη σεξουαλικότητα, τους ρόλους των δύο φύλων.

Και το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι «τι πραγματικά θέλει η γυναίκα;». Οι σύγχρονες ψυχαναλύτριες ισχυρίζονται ότι «θέλει να αυτοπραγματωθεί, ν’ αγαπήσει, ν’ αγαπηθεί σε μια ενήλικη σχέση, που να ’ναι αλληλοεξαρτώμενη και να δουλεύει σύμφωνα με τις ανάγκες και τα γούστα της». Η ισορροπημένη γυναίκα καταφέρνει να πετύχει ένα αίσθημα αυτοπραγμάτωσης και έναν υψηλό βαθμό εξατομίκευσης. Είναι ικανή να προσφεύγει στις σχέσεις και με τα δύο φύλα. Στις ερωτικές της σχέσεις είναι πιο ικανή για προσφορά από τον αρσενικό σύντροφο. Είναι ικανή να έχει οργασμό και από τον αυνανισμό, αλλά και στις ετεροσεξουαλικές σχέσεις. Η γυναίκα παραμένει ο στυλοβάτης. Γίνεται μητέρα των ανθρώπων και αντικείμενο των επιθυμιών τους. Σύμφωνα με τον Φρόιντ, οι γυναίκες αποτελούν αντικείμενο μιας διπλής στρατηγικής: αφενός της υπερεκτίμησης και αφετέρου της υποτίμησης.

Υφίστανται, εκτός από τις επιπτώσεις της εκπαίδευσης, και τον αντίκτυπο της συμπεριφοράς των ανδρών: «Η αρχική υπερεκτίμηση, που οφείλεται στο ερωτικό πάθος, αντικαθίσταται από την υποτίμηση μόλις ο άνδρας την αποκτά». Λόγω αυτού του γεγονότος, η γυναίκα τείνει προς τη μυστικότητα, η οποία συνδέεται με την αξίωση του αγαπημένου για πίστη σε αυτόν. Αντιπροσωπεύει, λοιπόν, αφενός τον πόλο του αισθησιασμού ως προς την επιθυμία του άντρα, αφετέρου βιώνει απαγορεύσεις για τις δικές της αισθησιακές διακινήσεις, με αποτέλεσμα να εδραιώνεται γι’ αυτήν η άρρηκτη σύνδεση μεταξύ της απαγόρευσης και της σεξουαλικότητας. Για να «επιβιώσει», λοιπόν, ανάμεσα στην επιθυμία και την απαγόρευση, μετουσιώνει την ανάγκη της για δύναμη, τρυφερότητα και σεξουαλικότητα στην επιθυμία της για παιδί.

Σκέψεις περί μητρότητας

Κάθε κυοφορούσα μητέρα αναπτύσσει ποικίλες φαντασιώσεις γύρω από το αγέννητο παιδί της επιθυμίας της. Η δυνατότητα μιας γυναίκας να είναι «αρκετά καλή» μητέρα εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, όπως από την προηγούμενη σχέση με τη μητέρα της, από τον τρόπο που έχει λύσει τις συγκρούσεις κατά τη διάρκεια της ψυχοσυναισθηματικής της ανάπτυξης, από την εικόνα που έχει για τον εαυτό της και από την εξιδανικευμένη εικόνα που έχει για το παιδί της. Επίσης, πρέπει να έχει ώριμη σεξουαλική ταυτότητα και ικανοποιητική σεξουαλική σχέση με τον άντρα.

Μια γυναίκα, λοιπόν, μπορεί να λειτουργήσει ως «αρκετά καλή» μητέρα μόνον εφόσον καταφέρνει να αισθάνεται η ίδια ευχαριστημένη στη δική της ζωή, σε άλλες περιοχές, πέραν της σχέσης με τα παιδιά της. Αλλιώς, ελλοχεύει ο κίνδυνος ν’ ανατρέφει παιδιά σ’ ένα καθεστώς ασυνείδητης μαζοχιστικής υποταγής στο καθήκον, ή να επενδύει στο παιδί με ναρκισσιστικό τρόπο, έτσι ώστε να χρησιμοποιείται από την ίδια ως προέκταση του εαυτού της, καθώς μέσω αυτού θα προσπαθεί να επανορθώσει τα δικά της ελλείμματα και τις δικές της αποτυχίες. Αποτέλεσμα αυτού, είναι δυστυχισμένες κατά βάθος μητέρες και «εγκλωβισμένα» παιδιά.

 

Διαβάστε επίσης...


Διαφήμιση