familylife.gr
Όταν η δίαιτα γίνεται υπερβολή…
Ευρετήριο Άρθρου
Όταν η δίαιτα γίνεται υπερβολή…
σελ.2 από 2
Όλες οι Σελίδες

DIAITES_diatrofi«Η πρώτη μου δίαιτα ξεκίνησε στα 16 μου χρόνια. Σαν τώρα, θυμάμαι το σχόλιο του συμμμαθητή μου για το βάρος μου. Τότε, με πήγε η μητέρα μου σε έναν

«αυτοαποκαλούμενο» διαιτολόγο».

Του Κάλφα Ιωάννη, κλινικού διατροφολόγου, διαιτολόγου, M.Sc

«Χωρίς να το συζητήσουμε πολύ μου έδωσε ένα χαρτί που μου υπαγόρευε και μου απαγόρευε το τι να τρώω. Η δίαιτα ήταν αρκετά αυστηρή και είχε άμεσα αποτελέσματα. Έχασα 7 κιλά σε μικρό χρονικό διάστημα... Μόλις σταμάτησα τη δίαιτα έχοντας φτάσει στο στόχο μου, με έπιασε μια ακατάσχετη επιθυμία για γλυκά, ένα σύνδρομο στέρησης για όσα είχα κάνει στην άκρη. Ανεβαίνοντας στη ζυγαριά μετά από λίγο καιρό είδα ότι πήρα όλα μου τα κιλά πίσω, συν 3 παραπάνω από αυτά που είχα ξεκινήσει. Ο πανικός δεν άργησε να έρθει και μαζί με αυτόν η ίδια στερητική δίαιτα της «επιτυχίας»... Όσο κι αν προσπαθούσα όμως, αυτή η στερητική διαδικασία δεν είχε τα ίδια θεαματικά αποτελέσματα πάνω μου. Ο δείκτης της ζυγαριάς είχε κολλήσει και η απογοήτευση μετά από κάθε ζύγισμα με οδηγούσε κατευθείαν στο ψυγείο. Από τότε μέχρι τώρα, 17 χρόνια μετά είμαι συνεχώς από δίαιτα σε δίαιτα. Όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, η ζυγαριά είχε γίνει η καλύτερη μου φίλη και η χειρότερη μου εχθρός και δυστυχώς το βάρος μου από τότε συνεχώς ανεβαίνει»

Κάπως έτσι, η γυναίκα, που καθόταν απέναντι μου, περιέγραφε την ιστορία του σώματος της μέσα στον φαύλο κύκλο της δίαιτας. Αυτή είναι μία από τις χιλιάδες ιστορίες ανθρώπων, που έχουν ταλαιπωρηθεί με τη ρύθμιση του βάρους τους.

Γιατί, όμως, τελικά οι δίαιτες παχαίνουν;

Το ερώτημα αυτό μοιάζει με υπερβολή στα αυτιά όσων ξεκινούν μια δίαιτα την προσεχή Δευτέρα όμως είναι η πικρή αλήθεια όσων έχουν μετρήσει πολλές τέτοιες Δευτέρες. Όταν κάποιος ξεκινάει μια αυστηρή δίαιτα, μπαίνει εν αγνοία του σε μια μάχη με το σώμα του επιβάλλοντας περιορισμούς και παρακάμπτωντας τους βιολογικούς, και φυσιολογικούς μηχανισμόυς πείνας και κορεσμού. Πολλοί πιστεύουν, ότι για να επιτευχθεί η απώλεια βάρους χρειάζεται μια αυστηρή δίαιτα και ισχυρή θέληση. Όμως η αλήθεια είναι, ότι απαιτείται κάτι περισσότερο από την απομνημόνευση ενός θερμιδομετρητή. Ακόμα και αν η μείωση βάρους φαίνεται μια σχετικά εύκολη υπόθεση, η μακροπρόθεσμη διατήρηση του βάρους αποτελεί ένα, μάλλον, περίπλοκο εγχείρημα.

Χρειάζεται λοιπόν, να κατανοηθούν και να αντιμετωπιστούν όλοι οι βιολογικοί, βιοχημικοί και ψυχολογικοί παράγοντες που εμπλέκονται στην μείωση του βάρους κάθε διαιτόμενου.

Η Θεμελιώδης Αρχή Μείωσης Βάρους

Από την θεμελιώδη αρχή διατήρησης της ενέργειας, αντιλαμβανόμαστε την συμπεριφορά του σώματος σε σχέση με το βάρος και την κινητοποίηση του λιπώδους ιστού. Το σώμα για να κινητοποιήσει λίπος από τις λιπαποθήκες (λιποκύτταρα) του πρέπει να έχει έλλειμμα ενέργειας. Πολύ απλά, η ενέργεια που καταναλώνεται μέσω του μεταβολισμού, της φυσικής δραστηριότητας και του τρόπου ζωής μας, πρέπει να είναι μεγαλύτερη από την ενέργεια που καταναλώνουμε μέσω της τροφής.

Αντιστρόφως, όταν υπάρχει περίσσεια προσλαμβανόμενης ενέργειας στο σώμα μας από την υπερκατανάλωση τροφής ή/και την έλλειψη φυσικής δραστηριότητας, τότε το σώμα μας αποθηκεύει λίπος στα λιποκύτταρα. Τα λιποκύτταρα χάνουν και παίρνουν λίπος συνεχώς, ακόμα και όταν το βάρος μας μένει σταθερό.

Η Δίαιτα εκ των έσω...

Βιολογικές συνέπειες

Αρκετά ερευνητικά δεδομένα έχουν δείξει, ότι οι επαναλαμβανόμενοι κύκλοι δίαιτας, τελικά μειώνουν την ικανότητα καύσης λίπους στο σώμα. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, ο ανθρώπινος οργανισμός, χωρίς να μπορεί να παρέμβει στον τρόπο ζωής ή την φυσική δραστηριότητα, για να εξοικονομήσει ενέργεια για τις βασικές ζωτικές του λειτουργίες, μειώνει σταδιακά το βασικό του μεταβολικό ρυθμό. Με αυτόν τον τρόπο το σώμα ανταπεξέρχεται και προσαρμόζεται στην διαρκή ανεπαρκή θερμιδική πρόσληψη. Το αποτέλεσμα τελικά είναι, ο διαιτώμενος να πρέπει να καταναλώσει λιγότερες θερμίδες για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα έτσι, ώστε να πετύχει την ίδια απώλεια βάρους που είχε στην πρώτη δίαιτα.

Ένα πείραμα του Dr. Kelly D. Brownel (1980), έδειξε ότι πειραματόζωα που έκαναν δίαιτα έχασαν συγκεκριμένο βάρος μέσα σε 21 μέρες και επανέκτησαν το ίδιο βάρος σε 45 μέρες. Στην επόμενη δίαιτα χρειάστηκαν 46 ήμερες για να χάσουν το ίδιο βάρος και 14 ημέρες για να το επανακτήσουν. Έρευνες σε ανθρώπους δείχνουν παρόμοια αποτελέσματα.

Στην πραγματικότητα, αυτό συμβαίνει γιατί οι μηχανισμοί που αγωνίζονται για να διατηρηθεί το λίπος στο σώμα είναι πιο ισχυροί από αυτούς που αγωνίζονται για τη μείωση του. Με απλά λόγια, το λίπος του σώματος πιο εύκολα αυξάνεται, παρά μειώνεται.

Πέρα όμως από αυτό, μετά από κάθε δίαιτα εκτός από το λίπος, μειώνεται και ένα ποσοστό μυικού ιστού και υγρών (άλιπη μάζα). Μετά το τέλος της δίαιτας και την επιστροφή στις προηγούμενες «κακές» διατροφικές συνήθειες, το βάρος το οποίο επαναπροσλαμβάνεται είναι κυρίως λίπος εκτός και αν έχει μεσολαβήσει άσκηση.

Το ποσοστό απώλειας άλιπης μάζας εξαρτάται από το θερμιδικό περιεχόμενο της δίαιτας και την ύπαρξη ή όχι φυσικής δραστηριότητας.

Οι έρευνες δείχνουν ότι αν ένα άτομο χάσει 10 κιλά σε 3 μήνες μόνο με δίαιτα, περίπου το 29% αυτών είναι άλιπη μάζα. Ενώ, αν συνδυάσει δίαιτα και άσκηση η απώλεια άλιπης μάζας μειώνεται στο 17 %.

Το φαγητό σαν εθισμός

Πέρα από το σώμα όμως, επηρεάζεται και ο εγκέφαλος. Οι αλλεπάλληλες δίαιτες μπορούν να δημιουργήσουν εξαρτήσεις από κάποιες τροφές πλούσια σε ζάχαρη και λιπαρά, λόγω των αλλαγών που συμβαίνουν στην βιοχημεία του εγκεφάλου. Το σύνδρομο στέρησης που αισθάνεται κάποιος για κάποιες τροφές μετά από ένα διάστημα αυστηρής δίαιτας εξηγείται μέσω κάποιων νευροδιαβιβαστών (χημικές ουσίες που μεταφέρουν μηνύματα στον εγκέφαλο). Τα οπιώδη είναι μια κατηγορία τέτοιων ουσιών, που επηρεάζουν τον εθισμό, την επιβράβευση, την απόλαυση, την ικανοποίηση και τον έλεγχο του πόνου.

Πολλές έρευνες έχουν αποδείξει την συσχέτιση ανάμεσα στο είδος των τροφών που τρώμε και την διαθεσιμότητα ορισμένων νευροδιαβιβαστών στον εγκέφαλο. Η κατανάλωση τροφών πλούσιων σε απλούς ή επεξεργασμένους υδατάνθρακες και λιπαρά (π.χ. σοκολάτα) αυξάνει τα επίπεδα ενδορφινών στο εγκέφαλο. Αυτό σημαίνει ότι σταδιακά ενεργοποιείται η ντοπαμίνη, καθιστώντας την διαδικασία ευχάριστη και εθιστική. Η συχνή κατανάλωση αυτών των τροφών και η επανάληψη αυτής της συμπεριφοράς, τελικά θα οδηγήσει στην απευαισθητοποίηση αυτού του συστήματος. Η κατάσταση σταδιακά καταλήγει εκτός ελέγχου όταν απαιτούνται μεγαλύτερες ποσότητες από τις «τροφές- εξάρτηση» για να επιτευχθεί η αρχική απόλαυση και ικανοποίηση.

Σε έρευνα του Πανεπιστημίου του Όρεγκον, μια ομάδα ερευνητών σκάναρε τον εγκέφαλο κοριτσιών φυσιολογικού βάρους και υπέρβαρων, για να ελέγξει την συμπεριφορά τους, ενώ παράλληλα τους χορηγούσε με καλαμάκι σταγόνες από μίλκσεικ σοκολάτα. Το πείραμα έδειξε ότι τα υπέρβαρα κορίτσια κατέγραφαν μικρότερη ντοπαμινεργική δράση. Δηλαδή χρειάζονταν μεγαλύτερες δόσεις του τροφίμου, για να νιώσουν την ίδια ευχαρίστηση με τις άλλες συνδαιτυμόνες.



 

Διαβάστε επίσης...


Διαφήμιση